Ουγγρικά - Αγγλικά

interakcióba lép

C1 Ουγγρικά
interact
ΡΉΜΑ C1
2
Μοτίβο χρήσης:
interakcióba lép valakivel/valamivel
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Communicate or work with others
Θέματα
communication |social_interaction |technology |user_interface |core_vocabulary
Ορισμός

To communicate or behave with someone, or with a system such as a website or machine, so that you each respond to and influence one another.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε