Ουγγρικά - Αγγλικά

intrigál

C1 Ουγγρικά
intrigue
ΡΉΜΑ C1
2
Μοτίβο χρήσης:
valami intrigál valakit; intrigálja, hogy ...
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
To arouse curiosity or interest
Θέματα
curiosity |interest |mystery |emotion |communication |emotions |core_vocabulary
Ορισμός

To strongly interest someone, especially by being unusual, mysterious, or difficult to understand.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε