Ουγγρικά - Αγγλικά

ipari alpinista

C1 Ουγγρικά
climber
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ C1
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person who climbs as part of work
Θέματα
person |work |structures |height |technical_work |climbing |outdoors |daily_life
Ορισμός

A person who climbs something such as trees, poles, or structures, especially as part of a job or specific task.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε