Ουγγρικά - Αγγλικά

ismétlődik

B1 Ουγγρικά
repeat, recur
ΡΉΜΑ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
valami ismétlődik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Happen again
Θέματα
recurrence |events |time |core_vocabulary
Ορισμός

To occur or happen more than once.

ΡΉΜΑ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
valami ismétlődik; rendszeresen/időről időre ismétlődik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
happen again, often repeatedly
Θέματα
recurrence |repetition |events |time |problems |health |core_vocabulary
Ορισμός

To happen or appear again, especially several times or at regular or irregular intervals.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε