járható
B1
Ουγγρικά
practicable
B1
FORMAL
1
practicable
C2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
fit for use or travel
Θέματα
transport
|route
|travel
|access
|core_vocabulary
Ορισμός
Capable of being used or traveled on in practice; passable or fit for service.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.