Ουγγρικά - Αγγλικά

járőrözés

B2 Ουγγρικά
patrol
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
the act of patrolling
Θέματα
security |police |military |duty |monitoring |law |work
Ορισμός

The activity or period of moving through an area to watch for danger, crime, or other problems, especially as part of a regular duty.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε