jó helyen van
A2
Ουγγρικά
convenient
ΡΉΜΑ
A2
2
convenient
B1
Μοτίβο χρήσης:
valami jó helyen van valakinek
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Close and easy to get to
Θέματα
location
|nearby
|access
|places
|daily_life
|travel
|core_vocabulary
Ορισμός
Located in a place that is easy to reach or near to where someone needs it.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.