Ουγγρικά - Αγγλικά

jogkör

B2 Ουγγρικά
authority, power
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
jogköre van valamire; döntési jogkörrel rendelkezik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Power to give orders
Θέματα
law |power |control |decision_making |management |work |core_vocabulary
Ορισμός

The legal or official power to control, direct, or decide.

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
jogköre van; jogkörök
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
official right to act
Θέματα
law |authority |permission |business |politics |core_vocabulary
Ορισμός

A legal or official authority granted to a person or group to perform certain actions.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε