Ουγγρικά - Αγγλικά

jól jár

B1 Ουγγρικά
profit
ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
jól jár valamivel
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
To gain money or benefit
Θέματα
finance |business |advantage |benefit |gain |core_vocabulary
Ορισμός

To obtain an advantage, monetary gain, or other benefit as a result of an action or situation.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε