Ουγγρικά - Αγγλικά

jól van

A1 Ουγγρικά
well, ok, there
ΡΉΜΑ A1
1
Μοτίβο χρήσης:
vki jól van
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
In good health
Θέματα
health |state |wellbeing |core_vocabulary
Ορισμός

Being in good physical or mental health.

A1
1
ok A1
Μοτίβο χρήσης:
[valaki] jól van
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
well; not hurt or upset
Θέματα
health |safety |wellbeing |condition |emotions
Ορισμός

Not injured, ill, or in serious trouble; feeling fine enough.

A2
2
Μοτίβο χρήσης:
Jól van, jól van, ...
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Expression of satisfaction or encouragement
Θέματα
interjection |discourse_marker |comfort |encouragement |satisfaction |communication |emotions
Ορισμός

Used to express comfort, satisfaction, encouragement, or to draw attention to something.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε