Ουγγρικά - Αγγλικά

kályha

A2 Ουγγρικά
stove
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A2
1
Μοτίβο χρήσης:
kályhával fűt; fatüzelésű/széntüzelésű kályha
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Device for heating a room
Θέματα
heating |home |appliance |fuel |winter |housing |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

A device that produces heat to warm up a room, often by burning wood, coal, or using electricity.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε