Ουγγρικά - Αγγλικά

kamatoztat

C1 Ουγγρικά
leverage
ΡΉΜΑ C1
2
Μοτίβο χρήσης:
kamatoztatja a tudását/tapasztalatát/kapcsolatait
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to use something for advantage
Θέματα
strategy |resources |business |advantage |goal_achievement |work |core_vocabulary
Ορισμός

To use an asset, resource, or situation to achieve a desired result or gain an advantage.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε