Ουγγρικά - Αγγλικά

kapitányként vezet

B1 Ουγγρικά
captain, skipper
ΡΉΜΑ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
kapitányként vezet vmit/vkiket
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
To act as leader or commander
Θέματα
leadership |command |sports |maritime |work |core_vocabulary
Ορισμός

To act as the leader or commander of a group, team, ship, or other organized body.

ΡΉΜΑ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
kapitányként vezet vkit/vmit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to act as captain
Θέματα
leadership |sports |boats |command |transportation
Ορισμός

To serve as the captain or person in charge of a sports team, ship, boat, or aircraft.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε