Ουγγρικά - Αγγλικά

karcsú

A2 Ουγγρικά
slim, slender
A2
1
Μοτίβο χρήσης:
karcsú ember/test/alkat
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
thin in a healthy way
Θέματα
body |appearance |health |fitness |core_vocabulary
Ορισμός

Thin in a way that is usually seen as healthy or attractive, with little body fat.

B1
1
Μοτίβο χρήσης:
karcsú + alak/derék/test
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
thin in an attractive way
Θέματα
body_shape |appearance |people |animals |body |core_vocabulary
Ορισμός

Thin in a way that is graceful and attractive.

B1
2
Μοτίβο χρήσης:
karcsú + szár/torony/híd
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
narrow in proportion to length
Θέματα
shape |dimensions |width |objects |plants |core_vocabulary
Ορισμός

Narrow in proportion to its length or height.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε