Ουγγρικά - Αγγλικά

károsodott

B2 Ουγγρικά
defective
B2 TECHNICAL
1
Μοτίβο χρήσης:
károsodott + szerv/funkció/érzékszerv
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Having a physical or mental impairment
Θέματα
medical |impairment |disability |body_function |anatomy |technical_register |health |law
Ορισμός

Having a physical or mental condition that is considered impaired or abnormal, often used in medical or legal contexts.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε