Ουγγρικά - Αγγλικά

karrier

B1 Ουγγρικά
career
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
karrier (+ -ban/-ben / a … területén); karriert épít; karrierbe kezd
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Long-term job or profession
Θέματα
work_life |profession |occupation |long_term |education |work |core_vocabulary
Ορισμός

A person's chosen occupation, profession, or line of work pursued for a significant part of their life.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε