Ουγγρικά - Αγγλικά

katonatiszt

B1 Ουγγρικά
officer
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Person with official authority
Θέματα
law_enforcement |military |ranks |authority |public_service |law |politics |core_vocabulary
Ορισμός

A person who holds a position of authority or command in an organization, especially in the police force or armed forces.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε