Ουγγρικά - Αγγλικά

kellemetlenséget okoz

B2 Ουγγρικά
inconvenience
ΡΉΜΑ B2 FORMAL
1
Μοτίβο χρήσης:
kellemetlenséget okoz vkinek
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to cause someone minor trouble
Θέματα
cause_trouble |extra_effort |politeness |formal |communication |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

To cause someone minor trouble, difficulty, or extra effort, often in a polite or formal context.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε