Ουγγρικά - Αγγλικά

kemping

A2 Ουγγρικά
campsite
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
place where people camp
Θέματα
camping |travel |outdoors |accommodation |facilities |leisure
Ορισμός

An area of land where people camp, for example by putting up a tent or parking a camper van, sometimes with shared facilities.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε