Ουγγρικά - Αγγλικά

kerget

A2 Ουγγρικά
chase, pursue
ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
kerget valakit/valamit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
run after to catch
Θέματα
motion |pursuit |catching |speed |law_enforcement |core_vocabulary
Ορισμός

To run or move quickly after someone or something in order to catch, stop, or reach them.

ΡΉΜΑ A2
2
Μοτίβο χρήσης:
kerget vkit/vmit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Chase to catch
Θέματα
chasing |movement |law_enforcement |animals |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

To follow and try to catch someone or something, often over some distance.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε