Ουγγρικά - Αγγλικά

kés

A1 Ουγγρικά
knife, blade
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A1
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
A tool with a blade for cutting
Θέματα
tool |cutting |kitchen |blade |daily_life |food_drink |core_vocabulary
Ορισμός

A tool consisting of a sharp-edged blade fixed to a handle, used for cutting or slicing.

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A2 INFORMAL
1
Μοτίβο χρήσης:
kést hord magánál; kést ránt vkire
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Knife used as a weapon
Θέματα
weapons |crime |violence |threat |informal |law |core_vocabulary
Ορισμός

A knife or similar sharp weapon, especially when talked about as something someone might carry or use in a fight.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε