Ουγγρικά - Αγγλικά

késleltet

B2 Ουγγρικά
stall, delay
ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
késleltet vmit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Delay or slow down progress
Θέματα
delay |time |strategy |meetings |legal |work |business
Ορισμός

To intentionally cause something to happen more slowly or to stop temporarily, often to gain time.

ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
késleltet vmit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Postpone or slow down an action
Θέματα
time |scheduling |postponement |causation |core_vocabulary
Ορισμός

To make something happen at a later time than originally planned or expected.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε