készítő gép
B1
Ουγγρικά
maker
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B1
1
maker
A2
Μοτίβο χρήσης:
[termék]készítő gép
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Machine that produces something
Θέματα
machines
|appliances
|production
|tools
|food_preparation
|technology
|work
Ορισμός
A device or machine designed to produce a particular thing.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.