kettéhasít
C1
Ουγγρικά
cleft
ΡΉΜΑ
C1
LITERARY
1
cleft
C2
Μοτίβο χρήσης:
vmit kettéhasít
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
past of cleave (to split)
Θέματα
splitting
|force
|literary
|damage
|division
|education
|communication
Ορισμός
Past tense and past participle of the verb "cleave" meaning to split or divide something, especially along a natural line or grain.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.