Ουγγρικά - Αγγλικά

kettéoszt

B1 Ουγγρικά
divide, split
ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
kettéoszt valamit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
To break or cut into parts
Θέματα
division |separation |groups |sharing |cutting |core_vocabulary
Ορισμός

To separate or cause something to separate into two or more parts, often along a line or natural division.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε