Ουγγρικά - Αγγλικά

kézhezvétel

C1 Ουγγρικά
receipt
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ C1
2
Μοτίβο χρήσης:
valaminek a kézhezvétele; valami kézhezvételekor
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
act of receiving something
Θέματα
receiving |documents |business |administration |core_vocabulary
Ορισμός

The act of receiving something, especially goods, money, or information.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε