kézhezvétel
C1
Ουγγρικά
receipt
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
C1
2
receipt
B2
Μοτίβο χρήσης:
valaminek a kézhezvétele; valami kézhezvételekor
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
act of receiving something
Θέματα
receiving
|documents
|business
|administration
|core_vocabulary
Ορισμός
The act of receiving something, especially goods, money, or information.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.