Ουγγρικά - Αγγλικά

kibékít

B1 Ουγγρικά
heal
ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
kibékít két embert/csoportot; kibékít valakit valakivel
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
repair a relationship or division
Θέματα
relationships |conflict |reconciliation |society |cooperation |communication |core_vocabulary
Ορισμός

To improve or repair a damaged relationship, conflict, or social division so that people can live or work together again.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε