Ουγγρικά - Αγγλικά

kicsi

A1 Ουγγρικά
small, little
A1
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Not large in size
Θέματα
physical_size |dimensions |objects |core_vocabulary
Ορισμός

Having a size, amount, or extent that is less than average or expected.

A1
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
small in size or amount
Θέματα
size |smallness |physical_property |amount |extent |core_vocabulary
Ορισμός

Small in physical size, quantity, or extent.

A1
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
young in age
Θέματα
age |youth |children |animals |life_stage |core_vocabulary
Ορισμός

Young; referring to someone at an early stage of life.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε