Ουγγρικά - Αγγλικά

kifejlettség

C1 Ουγγρικά
maturity
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ C1
1
Μοτίβο χρήσης:
eléri a kifejlettséget; teljes kifejlettségében
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Being fully grown physically
Θέματα
biology |growth |development |plants |animals |body |nature
Ορισμός

The state of a person, animal, or plant when it has finished growing and reached its full natural size or development.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε