Ουγγρικά - Αγγλικά

kifizet

A2 Ουγγρικά
pay, settle
ΡΉΜΑ A2
2
Μοτίβο χρήσης:
kifizet vmit; kifizet vkit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Give money for goods or services
Θέματα
money |payment |transaction |debt |services |finance |business |core_vocabulary
Ορισμός

To give money to someone in exchange for goods, services, or to settle a debt.

ΡΉΜΑ A2
2
Μοτίβο χρήσης:
kifizet egy számlát/adósságot
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Pay what is owed
Θέματα
payment |debt |bill |finance |business
Ορισμός

To pay money that you owe, especially a bill, debt, or account.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε