Ουγγρικά - Αγγλικά

kifizetetlen

B1 Ουγγρικά
unpaid, outstanding
B1
1
Μοτίβο χρήσης:
kifizetetlen számla/tartozás
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
not yet paid or settled
Θέματα
finance |billing |debt |payment |business
Ορισμός

Not yet paid, so the money is still owed.

B1
2
Μοτίβο χρήσης:
kifizetetlen számla/tartozás
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
not yet completed or paid
Θέματα
unpaid |unresolved |remaining |finance |tasks |business |core_vocabulary
Ορισμός

Not yet completed, resolved, or paid.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε