kifizetődő
B2
Ουγγρικά
payable
B2
LITERARY
2
Μοτίβο χρήσης:
[munka/befektetés/erőfeszítés] kifizetődő
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
financially worthwhile or profitable
Θέματα
profitability
|business
|finance
|value
Ορισμός
(Now rare) Providing enough financial return to be worth the effort, time, or cost involved; profitable.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.