Ουγγρικά - Αγγλικά

kifizetődő

B2 Ουγγρικά
payable
B2 LITERARY
2
Μοτίβο χρήσης:
[munka/befektetés/erőfeszítés] kifizetődő
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
financially worthwhile or profitable
Θέματα
profitability |business |finance |value
Ορισμός

(Now rare) Providing enough financial return to be worth the effort, time, or cost involved; profitable.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε