Ουγγρικά - Αγγλικά

kigúnyol

B2 Ουγγρικά
ridicule
ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
kigúnyol valakit/valamit valamiért
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to mock someone or something
Θέματα
mockery |scorn |social_interaction |bullying |public_image |communication |emotions |core_vocabulary
Ορισμός

To speak or behave in a way that makes someone or something seem stupid or silly, especially in a scornful or public way.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε