Ουγγρικά - Αγγλικά

kímél

B1 Ουγγρικά
favor, favour
ΡΉΜΑ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
kímél vmit (pl. a lábát/karját)
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
protect an injured body part
Θέματα
health_injury |body_movement |pain |health |body
Ορισμός

To protect a part of your body that is painful or injured by using it less or putting less weight or pressure on it.

ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
sérült vagy fájó testrészt kímél
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Prefer or give advantage to
Θέματα
preference |advantage |policy |inequality |injury |body_part |relationships |core_vocabulary
Ορισμός

To prefer one person or thing over another, often in a way that gives them an advantage.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε