Ουγγρικά - Αγγλικά

kimerült

B1 Ουγγρικά
wornout, shatter
B1
1
Μοτίβο χρήσης:
kimerült valamitől; kimerültnek érzi magát
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
extremely tired and drained
Θέματα
fatigue |low_energy |work |stress |sleep |daily_life |health |emotions
Ορισμός

Very tired, with little energy left, especially after hard work, stress, or lack of sleep.

B2 INFORMAL
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
extremely tired, exhausted
Θέματα
tiredness |exhaustion |informal |physical_state |emotion |health |emotions
Ορισμός

Very tired or exhausted, both physically and often emotionally.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε