Ουγγρικά - Αγγλικά

kirabol

B1 Ουγγρικά
mug, rob
ΡΉΜΑ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
kirabol valakit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
attack and rob in public
Θέματα
crime |robbery |assault |public_space |theft |law |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

To attack someone, usually in a public place, in order to steal money or valuables from them.

ΡΉΜΑ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
kirabol vkit/vmit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Steal using force or threats
Θέματα
crime |theft |violence |force |property |law |core_vocabulary
Ορισμός

To take money or property illegally from a person or place, often by using force or threats.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε