Ουγγρικά - Αγγλικά

kiszélesít

B1 Ουγγρικά
widen, broaden
ΡΉΜΑ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
kiszélesít vmit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Make something wider
Θέματα
width |increase |causation |construction |road |core_vocabulary
Ορισμός

To increase the width of something.

ΡΉΜΑ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
kiszélesít vmit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Make something physically wider
Θέματα
size |width |physical_space |construction |roads |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

To make something wider from side to side, or to become wider, in a physical or visual sense.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε