Ουγγρικά - Αγγλικά

kiterjedt

B2 Ουγγρικά
extensive, widespread
B2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Covering a wide area or range
Θέματα
scope |area |range |impact |knowledge |space |core_vocabulary
Ορισμός

Covering or affecting a large physical area, number of items, or range of subjects.

B2
2
Μοτίβο χρήσης:
kiterjedt + főnév
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
found in many places or among many people
Θέματα
distribution |extent |commonness |many_places |many_people |core_vocabulary
Ορισμός

Present or occurring in many places, or affecting many people or things.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε