kiváltó ok
B2
Ουγγρικά
catalyst
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B2
2
catalyst
B2
Μοτίβο χρήσης:
vmi(nek) a kiváltó oka
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person or thing causing major change
Θέματα
change
|cause
|social_issues
|debate
|core_vocabulary
|daily_life
Ορισμός
Someone or something that causes an important change to begin, or makes it happen more quickly or strongly.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.