Ουγγρικά - Αγγλικά

kiváltság

B2 Ουγγρικά
privilege
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
kiváltsága van; kiváltságnak számít; kiváltságban részesül
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
special right or benefit
Θέματα
rights |advantage |benefit |access |social_status |core_vocabulary |relationships
Ορισμός

A right, advantage, or benefit granted to a particular person or group, often not enjoyed by others.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε