Ουγγρικά - Αγγλικά

kivéreztet

B2 Ουγγρικά
bleed
ΡΉΜΑ C1 INFORMAL
1
Μοτίβο χρήσης:
anyagilag kivéreztet vkit/vmit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Take a lot of money unfairly
Θέματα
finance |exploitation |money |injustice |business
Ορισμός

To take a large amount of money from someone, especially in an unfair or dishonest way.

ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
kivéreztet vkit/vmit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Cause loss of blood
Θέματα
blood |injury |slaughter |medicine |health |body
Ορισμός

To make a person or animal lose blood, usually by cutting or injuring them.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε