Ουγγρικά - Αγγλικά

kivétel

A2 Ουγγρικά
exception
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A2
1
Μοτίβο χρήσης:
kivétel valami alól; valakinek/valaminek a kivételével; kivétel nélkül
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
something not following a rule
Θέματα
rules |exclusion |cases |core_vocabulary
Ορισμός

A person or thing that is not included in a general statement or does not follow a rule.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε