Ουγγρικά - Αγγλικά

kivirágzik

B1 Ουγγρικά
bloom
ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
növény kivirágzik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
for plants to produce flowers
Θέματα
botany |flowers |plants |seasonal_change |nature
Ορισμός

To produce flowers, or to be covered with open flowers.

ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
személy/tehetség/személyiség kivirágzik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to develop or thrive strongly
Θέματα
figurative |growth |success |confidence |development |core_vocabulary
Ορισμός

To develop or grow in a very positive way, becoming more successful, confident, attractive, or healthy.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε