Ουγγρικά - Αγγλικά

kizárólagos

B2 Ουγγρικά
exclusive, sole
B2
1
Μοτίβο χρήσης:
kizárólagos hozzáférés/használat/jog
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Limited to certain people
Θέματα
limited_access |restriction |membership |permission |groups |daily_life |law |core_vocabulary
Ορισμός

Restricted to the use, participation, or access of a particular person, group, or category.

B2
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Only one; single
Θέματα
quantity |uniqueness |exclusivity |core_vocabulary
Ορισμός

Being the only one of its kind; single and without others.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε