Ουγγρικά - Αγγλικά

kizsákmányol

B2 Ουγγρικά
use, exploit
ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
kizsákmányol vkit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Exploit someone unfairly
Θέματα
exploitation |manipulation |unfairness |workplace |power |relationships |core_vocabulary
Ορισμός

To treat someone unfairly for your own benefit.

ΡΉΜΑ C1
2
Μοτίβο χρήσης:
kizsákmányol vkit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Use unfairly for advantage
Θέματα
exploitation |unfair_use |personal_gain |work |law |relationships |core_vocabulary
Ορισμός

To make use of someone or something in an unfair or selfish way, often for personal gain.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε