Ουγγρικά - Αγγλικά

kizsákmányolás

B2 Ουγγρικά
exploitation
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
valaki/valami kizsákmányolása
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
unfair use of people or power
Θέματα
labor |unfair_treatment |power_imbalance |profit |human_rights |work |business |law
Ορισμός

The act of treating people or groups unfairly and using their work, situation, or lack of power to gain profit or advantage.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε