Ουγγρικά - Αγγλικά

kölcsönhatásba lép

B2 Ουγγρικά
interact
ΡΉΜΑ B2 TECHNICAL
1
Μοτίβο χρήσης:
kölcsönhatásba lép valamivel; A és B kölcsönhatásba lép egymással
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Have mutual effect on each other
Θέματα
science |chemistry |medicine |mutual_influence |systems |core_vocabulary
Ορισμός

Of substances, forces, factors, or systems: to act on one another in such a way that each changes or influences the other.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε