Ουγγρικά - Αγγλικά

komfortosan érzi magát

B2 Ουγγρικά
comfortable
ΡΉΜΑ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
(nem) érzi magát komfortosan (vkivel/vhol/vmiben; vmiről beszélni)
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
At ease emotionally or socially
Θέματα
emotional_comfort |social_interaction |anxiety |communication |emotions |relationships |core_vocabulary
Ορισμός

Feeling relaxed and free from anxiety in a particular situation or with certain people.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε