Ουγγρικά - Αγγλικά

komponens

B2 Ουγγρικά
constituent
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
vminek a komponense
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
part or element of something
Θέματα
parts |composition |systems |chemistry |materials |core_vocabulary |science
Ορισμός

A part, element, or ingredient that combines with others to form a larger whole, especially in a system, mixture, or structure.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε