Ουγγρικά - Αγγλικά

könnyűvérű

C1 Ουγγρικά
easy, loose
C1 INFORMAL
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Sexually promiscuous (informal)
Θέματα
sexuality |promiscuity |informal |derogatory |social_judgment |relationships
Ορισμός

(Informal) Readily willing to engage in sexual activity, often implying low standards or promiscuity.

C1 INFORMAL
2
Μοτίβο χρήσης:
könnyűvérű (nő)
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
sexually promiscuous (disapproving)
Θέματα
sexuality |relationships |disapproval |core_vocabulary
Ορισμός

Having many sexual partners and not following traditional sexual standards; used especially in a disapproving way.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε